expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>
English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

3.6.13

Εντυπωσιακές φωτογραφίες από τις Μαλδίβες

Οι Μαλδίβες θεωρούνται από πολλούς ως ένας τροπικός παράδεισος με αμμώδεις παραλίες και κοραλλιογενείς ύφαλους.
Αποτελούνται από ένα σύμπλεγμα περίπου 1,200 νήσων, οι περισσότεροι των οποίων είναι ακατοίκητοι, βρίσκονται λίγο μακρύτερα από την Ινδική ήπειρο και είναι ευάλωτες στην άνοδο της στάθμης τη θάλασσας που σχετίζεται με το φαινόμενο της παγκόσμιας θέρμανσης.
Κανένα από τα νησιά του συμπλέγματος δεν βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο από 1,8 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Υπάρχει έντονη ανησυχία σχετικά με την άνοδο της θαλάσσιας στάθμης. Περιοχές όπως οιΜαλδίβες και άλλες περιοχές του Ειρηνικού είναι πιθανόν να καλυφθούν μετά από μια σημαντική άνοδο της στάθμης της θάλασσας και να εξαφανιστούν.
Η οικονομία της χώρας στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στον τουρισμό. Εκτός από την νησιωτική πρωτεύουσα της χώρας, Μάλε, οι τουρίστες επιτρέπεται να επισκέπτονται ακατοίκητες περιοχές μόνο για μια σύντομη περιήγηση, περιορίζοντας έτσι την επίδραση στις παραδοσιακές Μουσουλμανικές κοινότητες.
Οι περισσότεροι πολίτες της χώρας ζουν μέσα στη φτώχια. Ωστόσο οι Μαλδίβες έχουν παρουσιάσει ιδιαίτερη ανάπτυξη στον τομέα της βιομηχανίας και τη υποδομής, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της αλιείας και έχει δοθεί μια ώθηση στους τομείς της ιατρικής περίθαλψης και της εκπαίδευσης.


Λίμνη Μελισσάνης

Εξαιρετικό γεωλογικό φαινόμενο το λιμνοσπήλαιο Μελισσάνη βρίσκεται στον Καραβόμυλο, 2 χιλιόμετρα από τη Σάμη και 10 χιλιόμετρα από το Αργοστόλι Κεφαλληνίας.
Ανακαλύφθηκε το 1951 από τον σπηλαιολόγο Γιάννη Πετρόχειλο.. Στο εσωτερικό της έχει καταρρεύσει ένα μεγάλο μέρος της οροφής, αποκαλύπτοντας ένα συναρπαστικό θέαμα. Στην αρχαιότητα, η λίμνη ήταν τόπος λατρείας του Πάνα και της νύμφης Μελισσάνθης. Ο μύθος λέει πως η Μελισσάνθη αυτοκτόνησε μέσα στη λίμνη από τη λύπη της, επειδή ο Πάνας δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά της. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή η βοσκοπούλα Μελισσάνθη έχασε ένα πρόβατο και καθώς προσπαθούσε να το βρει, σκόνταψε και έπεσε μέσα στη λίμνη. Μέσα στη λίμνη βρίσκεται ένα νησάκι, στο οποίο ο αρχαιολόγος Σ. Μαρινάτος ανακάλυψε ιερό του Πάνα, τα ευρήματα του οποίου βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αργοστολίου. Τα ευρήματα αυτά είναι ένα πήλινο ειδώλιο του θεού Πάνα, ένας πήλινος δίσκος που απεικονίζει νύμφες να χορεύουν, μια πήλινη πλάκα με πομπή νυμφών καθώς και ένα μικρό πλακίδιο με ανάγλυφη γυναικεία μορφή.
Το βαραθροσπήλαιο της Μελισσάνης αποτελεί μοναδικό γεωλογικό φαινόμενο. Δημιουργήθηκε από μια μηχανική και χημική διεργασία που ονομάζεται καρστικοποίηση, κατά την οποία το νερό εισχωρεί στα ασβεστολιθικά πετρώματα, τα διαβρώνει και δημιουργεί κοιλώματα. Το 1963 αποδείχθηκε ότι το σπήλαιο της Μελισσάνης επικοινωνεί με όλο το καρστικό δίκτυο του νησιού, δεδομένου ότι το θαλασσινό νερό εισχωρεί στο έδαφος από την περιοχή του Αργοστολίου (Καταβόθρες), ακολουθεί μια υπόγεια διαδρομή, ενώνεται με νερό της βροχής που έχει εισχωρήσει από τα πετρώματα και φτάνει στη Μελισσάνη και σε άλλα σπήλαια της περιοχής για να διοχετευτεί, υφάλμυρο πλέον, στην περιοχή του Καραβόμυλου.
Οι σημερινοί επισκέπτες φτάνουν ως τη λίμνη από ένα υπόγειο τούνελ και έχουν τη δυνατότητα να την εξερευνήσουν με βάρκα και ξεναγό, για να θαυμάσουν το απαράμιλλο φυσικό γλυπτό που δημιουργούν οι αμέτρητοι σταλακτίτες και το κρυστάλλινο γαλαζοπράσινο χρώμα των νερών.


19.5.13

Λέσβος: Ουζάκι και παράδοση


Λέσβος: Ουζάκι και παράδοση
Επιλέγουμε δύο χωριά στα νότια της Λέσβου, μακριά από την πολύβουη πρωτεύουσα: το παραλιακό και τουριστικό Πλωμάρι, που φημίζεται για το ούζο και τους μεζέδες του, και την Αγιάσο, τον παραδοσιακό οικισμό στην αγκαλιά του βουνού Ολυμπος.

«Καταστολισμένο με λουλούδια καράβι» είχε χαρακτηρίσει τη Λέσβο ο Στράτης Μυριβήλης και πολλοί καλλιτέχνες είναι αυτοί που έχουν υμνήσει την ομορφιά της. Η αλήθεια είναι ότι το νησί του βορειοανατολικού Αιγαίου προσφέρεται για ανοιξιάτικες αποδράσεις, ακριβώς την περίοδο που ο καιρός ανοίγει και τα πρώτα τραπεζάκια για μεσημεριάτικα ουζάκια βγαίνουν έξω.

Και... το καλύτερο μέρος για να απολαύσετε αυτό το ουζάκι είναι φυσικά το Πλωμάρι, τόπος παραγωγής των πιο φημισμένων ούζων της Ελλάδας και δεύτερος μεγαλύτερος οικισμός του νησιού. Βρίσκεται στα νότια παράλια της Λέσβου και έχει μεγάλη ιστορική παράδοση στο εμπόριο και στη βιομηχανία. Γι' αυτόν το λόγο, στο Πλωμάρι θα δείτε αρκετά παλιά βιομηχανικά κτίρια που κάποτε λειτουργούσαν ως ελαιοτριβεία, ταρσανάδες και σαπωνοποιεία. Σήμερα το χωριό είναι σημαντικός τουριστικός προορισμός, ο οποίος προσελκύει πάρα πολλούς επισκέπτες, τόσο για τα προϊόντα του όσο και για την αρχιτεκτονική του. Επίσης, σε πολύ κοντινή απόσταση από το Πλωμάρι υπάρχουν ωραίες παραλίες, όπως ο Αγιος Ισίδωρος και το Αμμουδέλι.

Σε απόσταση 25 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα Μυτιλήνη, βρίσκεται η Αγιάσος, που είναι χτισμένη στις πλαγιές του όρους Ολυμπος, σε υψόμετρο 460. Παρόλο που ο οικισμός δεν είναι παραθαλάσσιος, υποδέχεται πολλούς επισκέπτες. Και αυτό γιατί βρίσκεται μέσα σε ένα εκπληκτικής ομορφιάς φυσικό τοπίο, το οποίο μάλιστα ανήκει στο δίκτυο Natura 2000. Ο ίδιος ο οικισμός έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός, λόγω των παραδοσιακών σπιτιών που διατηρούνται ανέπαφα στο χρόνο.

ΜΕΤΑΒΑΣΗ

Με αεροπλάνο από την Αθήνα με πτήσεις της Aegean (T/801-11.20.000, www.aegeanair.com) και της Olympic Air (T/801-801.0101, www.olympicair.com). Ακτοπλοϊκώς από το λιμάνι του Πειραιά με πλοίο της Hellenic Seaways (T/210-41.99.000, www.hellenicseaways.gr) και της Blue Star Ferries (Τ/18130, www. bluestarferries.gr).

ΦΑΓΗΤΟ

Μπέρδεμα (Πλωμάρι, Τ/22520-31.466). Ιδανικό για εξαιρετικούς ουζομέδες συνοδεία ντόπιου ούζου. Εκτός από τα θαλασσινά και τα ψάρια, δοκιμάστε και πιο παραδοσιακά πιάτα, όπως τα σουγάνια (κρεμμυδοντολμάδες) και κοτόπουλο κρασάτο. Σε ειδικές περιστάσεις φιλοξενούνται και μουσικοί που παίζουν ζωντανά.

Η ταβέρνα του Παναή (Πλωμάρι, Τ/22520-31.920). Παραδοσιακή οικογενειακή ταβέρνα, όπου θα ευχαριστηθείτε τις σαλάτες, αφού τα λαχανικά είναι από το μποστάνι της οικογένειας και τα μαγειρευτά φτιαγμένα με σπιτικό τρόπο. Δοκιμάστε το γιουβέτσι αλλά και τα ντόπια κρεατικά.

Μπαλουχανάς (Πέραμα, Τ/22510-51.948). Πάνω ακριβώς από τη θάλασσα θα γευτείτε τα πιο φρέσκα ψάρια και τους πιο μερακλίδικους θαλασσινούς μεζέδες. Σαρδέλες από την Καλλονή, ολόφρεσκα ψάρια από τον κόλπο της Γέρας, καλαμαράκια, χτένια αλλά και ντόπια τυριά. Δοκιμάστε τους χταποδοκεφτέδες, τα παστά και ένα από τα 15 διαφορετικά είδη ούζου Μυτιλήνης.

Ερμής (Κορνάρου 2 και Ερμού, Μυτιλήνη, Τ/22510-26.232). Αξίζει να κάνετε μια βόλτα στην πρωτεύουσα του νησιού για μια στάση στο παραδοσιακό καφενείο-μεζεδοπωλείο Ερμής. Λειτουργεί από το 1800 και διατηρεί τη νοσταλγική του αύρα, τόσο στους χώρους όσο και στο μενού. Καφές στη χόβολη, ντόπια ούζα και μικρασιάτικες συνταγές, όπως σουτζουκάκια αλλά και σουπιές κρασάτες, μελιτζάνες ιμάμ και κεφτεδάκια.

Η μουριά του Μυριβήλη (Συκαμιά, Τ/22530-55.319). Από το 1920 σερβίρει παραδοσιακά πιάτα κάτω από τη σκιερή μουριά. Εδώ σύχναζε και ο μεγάλος Λέσβιος πεζογράφος Στράτης Μυριβήλης! Φημίζεται για τους μεζέδες του και τα φρέσκα ψάρια.

ΤΙPS

Το ούζο αποτελεί καθημερινότητα στη Μυτιλήνη. Από το πρωί σχεδόν θα δείτε τους ντόπιους να κάθονται στα καφενεδάκια για μεζέ και ένα ποτηράκι. Ακολουθήστε το παράδειγμά τους και απολαύστε αγνά, ντόπια αποστάγματα μαζί με εκλεκτούς μεζέδες. Μπορείτε, επίσης, να επισκεφτείτε στο Πλωμάρι το «Μουσείο Ούζου», που έχει δημιουργήσει η εταιρεία Βαρβαγιάννη, για να δείτε εργαλεία και καζάνια, αλλά και να ξεναγηθείτε στα αποστακτήρια (1ο χλμ. Πλωμαρίου - Μυτιλήνης, Τ/22520-32.741, είσοδος δωρεάν, ανοιχτά καθημερινά 09.00 - 16.00).

Πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία του νησιού έχει παίξει και η ελιά. Θα έχετε την ευκαιρία να μάθετε λεπτομέρειες, αλλά και να δείτε παλιά μηχανήματα στο «Ελαιοτριβείο-Μουσείο Βρανά» (Παπάδος Γέρας, Τ/22510-82.007). Το ελαιοτριβείο χτίστηκε το 1887 και ήταν ένα από τα πρώτα ατμοκίνητα εργοστάσια στη Λέσβο. Αφού πέρασε πολλά χρόνια παραδομένο στη φθορά και τη λήθη, το 2005 ανακαινίστηκε και λειτουργεί τόσο για την παραγωγή εξαιρετικού ελαιολάδου, όσο και ως μουσειακός χώρος με πλήθος εκθεμάτων.



Λευκάδα: Είναι ολόκληρη ένα φυσικό αξιοθέατο!


Λευκάδα: Είναι ολόκληρη ένα φυσικό αξιοθέατο!
Η Λευκάδα διαθέτει σημαντικά αξιοθέατα, γραφικούς οικισμούς, πυκνή βλάστηση, εντυπωσιακούς όρμους με διάφανα γαλαζοπράσινα νερά, οργανωμένες και ερημικές παραλίες εκπληκτικής ομορφιάς, υψηλή πολιτιστική παράδοση και φιλόξενους κατοίκους. Είναι ολόκληρη ένα φυσικό αξιοθέατο!

Για εκείνους που δεν την έχουν επισκεφτεί, η Λευκάδα ( http://bit.ly/12AbHgC ) είναι περισσότερο γνωστή για το ότι αποτελεί το ένα απ’ τα δυο ελληνικά νησιά (το άλλο είναι η Εύβοια), στα οποία η πρόσβαση γίνεται οδικώς και φυσικά για τις εκπληκτικές τις παραλίες, που θεωρούνται από τις ομορφότερες στη χώρα.

Όσοι όμως το γνωρίζουν κάπως καλύτερα, θα επιβεβαιώσουν ότι αυτό το νησί του Ιονίου, «κρύβει» πολλά «μυστικά» ομορφιάς, που δικαίως το κάνουν γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Είναι το τέταρτο σε έκταση νησί στο Ιόνιο και το τέταρτο σε πληθυσμό, με περίπου 23.000 κατοίκους και συνδέεται με την Αιτωλοακαρνανία με μια πλωτή γέφυρα μήκους περίπου 50 μέτρων.

Η πόλη της Λευκάδας


Πρωτεύουσα και λιμάνι του νησιού, είναι η πόλη της Λευκάδας, που χαρακτηρίζεται από έναν ιδιαίτερο πολεοδομικό ιστό που θυμίζει «ψαροκόκαλο»: Όμορφα σοκάκια, μικρές πλατείες, παραδοσιακά σπίτια, περίτεχνα καμπαναριά και πλακόστρωτοι πεζοδρόμοι, συνθέτουν τον χαρακτήρα της πόλης. Η πόλη περιβάλλεται από ένα στένωμα της θάλασσας και μια λιμνοθάλασσα (έναν από τους πλέον αξιόλογους υδροβιότοπους του Ιονίου, που προστατεύεται από τη Διεθνή Σύμβαση Ramsar), ενώ βορειότερα βρίσκεται η λεπτή κυκλική γραμμή της αμμουδιάς της Γύρας με τα λιγοστά δέντρα της και τους τέσσερις ανεμόμυλους.

Αξίζει να περπατήσετε στην ξύλινη γέφυρα που είναι κτισμένη πάνω απ’ το κανάλι, μπροστά ακριβώς απ’ τον πεζόδρομο (οδός Μελά) με τα καφέ, τα εστιατόρια και τα μπαρ, δίπλα στο λιμάνι. Οι κάτοικοι την αποκαλούν γέφυρα των στεναγμών ή γέφυρα των ερωτευμένων. Χτίστηκε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και με την αρχιτεκτονική της δίνει βενετσιάνικο αέρα στην πόλη.

Δίπλα στο λιμάνι βρίσκεται και το περίφημο πάρκο των ποιητών, το οποίο φιλοξενεί τις προτομές σπουδαίων προσωπικοτήτων του νησιού (Βαλαωρίτη, Σικελιανού, Δημητρίου Γολέμη κ.ά.), οι οποίοι άφησαν εποχή με την καλλιτεχνική τους αύρα και τα θαυμαστά έργα τους.

Στην πόλη υπάρχει επίσης αρχαιολογικό μουσείο, το οποίο στεγάζει έργα τέχνης, καθώς κι ευρήματα από την παλαιολιθική εποχή μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους και η Μαρίνα Λευκάδας, η οποία θεωρείται από τις μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες στη Μεσόγειο.

Κοντά στο χωριό Φρύνι, λίγο έξω από την πόλη, βρίσκεται η Ιερά Μονή Φανερωμένης, που αποτελεί μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης, ενώ 2 χλμ. νότια της Λευκάδας, βρίσκεται η περιοχή του Καλλιγονίου, που έχει κηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος και περιλαμβάνει τα ερείπια που σώζονται από την προϊστορική πόλη Νήρικος.


Άλλοι οικισμοί

Το μεγαλύτερο τουριστικό θέρετρο του νησιού, είναι το Νυδρί, απέναντι από τα Πριγκηπονήσια, στα ανατολικά του νησιού. Διαθέτει έντονη νυχτερινή ζωή και μια υπερσύγχρονη μαρίνα, ενώ από το λιμάνι του ξεκινούν πλοία για το Μεγανήσι, την Ιθάκη, την Κεφαλονιά και τη Στερεά Ελλάδα. Επίσης, προσφέρεται για καταδύσεις, θαλάσσια σπορ, ιστιοπλοΐα, ορεινή ποδηλασία, πεζοπορία και κολύμπι στους καταρράκτες που χύνονται στο φαράγγι Δημοσάρι.

Ο Πόρος, στα νοτιοανατολικά, αποτελεί το «μπαλκόνι» της Λευκάδας, με θέα στα νησιά Αρκούδι, Οξιές, Ιθάκη και Κεφαλονιά. Κολυμπήστε στην πεντακάθαρη θάλασσα του Μικρού Γιαλού, όπου λειτουργεί και οργανωμένο κάμπινγκ.

Η ορεινή Λευκάδα έχει χαράδρες, φαράγγια, πηγές, πλούσια βλάστηση, σπάνια λουλούδια και γραφικά μονοπάτια και είναι ιδανική για περιπάτους και εκδρομές στη φύση. Αξίζει να επισκεφτείτε το φαράγγι στο Δημοσάρι, σε σχετικά μικρή απόσταση δυτικά από το Νυδρί. Μισή ώρα περπάτημα στο μονοπάτι που διασχίζει το καταπράσινο φαράγγι, θα σας ανταμείψει με μια φυσική πισίνα, πνιγμένη στο πράσινο, η δροσιά της οποίας αποτελεί την ιδανική εναλλακτική στις παραλίες του νησιού.

Στο νότιο μέρος του νησιού, βρίσκεται το χωριό Βασιλική, με τα πολλά τρεχούμενα νερά και την έντονη νυχτερινή ζωή. Συνδέεται με πλοίο με την πανέμορφη παραλία Πόρτο Κατσίκι, την παραλία Αγιοφύλλι, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Ο όρμος της Βασιλικής είναι διεθνώς γνωστός για τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες και τους ανέμους του και είναι πολύ δημοφιλής στους φανατικούς windsurfers.


Αξίζει επίσης να πάτε μια βόλτα στο γραφικό ψαροχώρι Nικιάνα, που βρίσκεται χτισμένο στους πρόποδες του όρους Σκάρος, με δάσος από αιωνόβιες βαλανιδιές, τον παραθαλάσσιο οικισμό Άγιος Νικήτας στα Δυτικά και το ξακουστό ορεινό κεφαλοχώρι Καρυά με τη πλατανοσκέπαστη πλατεία.

Το παραδοσιακό λευκαδίτικο χωριό Εγκλουβή, είναι γνωστό για τις νοστιμότατες φακές του, που θεωρούνται από τις καλύτερες στην Ελλάδα. Στην περιοχή ευδοκιμούν ακόμη ρεβίθια, κουκιά και μια σπάνια ποικιλία σταφυλιού, το βερτζαμί, που πιθανολογείται ότι έφεραν μαζί τους οι Ενετοί το 1684.

Οι κορυφαίες λευκαδίτικες παραλίες

Οι παραλίες και οι θάλασσες της Λευκάδας, «φιγουράρουν» συνεχώς στις λίστες με τις καλύτερες παραλίες της Ελλάδας, αλλά και του κόσμου. Το νησί αποτελείται από εντυπωσιακές ακτές, χερσονήσους, ακρωτήρια και όρμους που δημιουργούν μικρά εντυπωσιακά φιόρδ.


Οι παραλίες για τις οποίες η Λευκάδα είναι γνωστή παγκοσμίως, είναι το Πόρτο Κατσίκι, το Κάθισμα και οι Εγκρεμνοί, στη δυτική πλευρά του νησιού. Απότομα άσπρα βράχια καταλήγουν σε μια υπέροχη, λευκή αμμουδιά και τυρκουάζ, κρυστάλλινα νερά που μοιάζουν σχεδόν ψεύτικα.

Άλλες παραλίες στα δυτικά είναι οι: Αμμόγλωσσα, Κάστρο, Γύρα, Αϊ Γιάννης, Πευκούλια, Άγιος Νικήτας, Μύλος και Γιαλός.

Η ανατολική και νότια πλευρά της Λευκάδας, προσφέρει απάνεμες, μικρές και μεγάλες παραλίες, με βότσαλο και νερά απολαυστικά: Λυγιά, Νικιάνα, Περιγιάλι, Νυδρί, Δεσίμι, Πόρος, Αμμούσα, Αγιοφύλλι, Βασιλική.

Τα γύρω νησάκια

Στα ανατολικά της Λευκάδας υπάρχουν πολυάριθμα δασώδη νησάκια με πιο διάσημο ίσως τον Σκορπιό, τον οποίο αγόρασε το 1963 ο Έλληνας μεγιστάνας Αριστοτέλης Ωνάσης και απέκτησε, έκτοτε, παγκόσμια φήμη, φιλοξενώντας κατά καιρούς πλήθος επισκεπτών αλλά και προσωπικοτήτων απ’όλη την υφήλιο.


Το μικρό κατάφυτο νησί Μεγανήσι, έχει τρεις οικισμούς, το Βαθύ, το Κατωμέρι και το Σπαρτοχώρι και τρία γραφικά λιμάνια, τα Σπήλια, τον Αθερινό και το Βαθύ. Εκεί θα βρείτε πολλές μικρές, υπέροχες παραλίες, σε σχηματισμό φιόρδ: Ο Αϊ Γιάννης, τα Σπήλια, το Πασουμάκι, τα Αμπελάκια, ο Αθερινός και το Λιμονάρι, είναι οι πιο γνωστές παραλίες στο νησί.

Ανατολικότερα, στα νησάκια Κάλαμο και Καστό θα κολυμπήσετε σε ήσυχες, μοναχικές, βοτσαλωτές παραλίες, με πρόσβαση κυρίως από τη θάλασσα.

Από την πόλη της Λευκάδας και το Νυδρί διοργανώνονται ημερήσιες κρουαζιέρες με καΐκια για τα πριγκηπονήσια (Σκορπιός, Μαδουρή του Αρ. Βαλαωρίτη, Σπάρτη, Σκορπίδι, Χελώνι και το Μεγανήσι).
Περισσότερες πληροφορίες για τη Λευκάδα, θα βρείτε στην ιστοσελίδα: www.lefkada.gr .





14.3.13

Λιτόχωρο: Το σκαλοπάτι των θεών

Από εδώ μπορείς να κοιτάξεις προς τα πάνω, ως τα άδυτα της μυθολογίας στις κορφές του Ολύμπου και προς τα κάτω, προς τη θάλασσα, ως την πρόσφατη ναυτική ιστορία της πολιτείας, να περπατήσεις στη χαράδρα του Ενιπέα και στα γευστικά μονοπάτια τού χθες και του σήμερα

Λιτόχωρο: Το σκαλοπάτι των θεών


Το βουνό που λάμπει
Οσο το σκέφτομαι τόσο αποκτώ τη βεβαιότητα ότι ο Ολυμπος είναι το πιο ξακουστό βουνό της Γης. Είναι που η ελληνική Μυθολογία ακούγεται σε όλα τα σχολειά του πολιτισμένου κόσμου και πλήθος μικρά και μεγάλα παιδιά ανεβαίνουν με τη φαντασία τους στον θρόνο του Δία. Ο ελβετός διανοούμενος φωτογράφος Φρεντ Μπουασονά είχε γράψει: «Κανένα έθνος δεν έχει μια έκταση που να μπορεί να συγκριθεί με την περιοχή του Ολύμπου, τόσο πλούσια σε μύθους, αναμνήσεις ιστορικές, ομορφιές κάθε λογής». Αυτός και ένας άλλος Ελβετός, ο επίσης φιλέλληνας ποιητής Ντανιέλ Μπο-Μποβί, ήταν οι πρώτοι που ανέβηκαν ως την κατοικία των θεών, τον Μύτικα, πριν από έναν αιώνα. Προτού επιχειρήσουν το ακατόρθωτο, πέρασαν από το Λιτόχωρο και πήραν για οδηγό τους τον κυνηγό αγριοκάτσικων Χρίστο Κάκαλο που τους οδήγησε στην κορυφή του Ολύμπου. Ετσι συμβαίνει πάντα κάθε φορά που προσεγγίζεις τον Ολυμπο. Περνάς από το Λιτόχωρο. Σε αυτό χαρίστηκε το μοναδικό προνόμιο να έχει μέσα στα παράθυρά του την πύλη εισόδου του βουνού, τον Ενιπέα, και τις ψηλότερους κορφές του, τον Μύτικα που πάντα δικαιολογεί τον ρόλο του ως έδρας του νεφεληγερέτη πατέρα των θεών, και το Στεφάνι, που το ονόμασαν Θρόνο του Δία. Οσο και αν η συναρπαστική αυτή εικόνα σε αιχμαλωτίζει σαν το πεπρωμένο σου, το Λιτόχωρο δεν κοίταζε μόνο προς τα πάνω, αλλά και προς τα κάτω, προς τη θάλασσα. Αυτό ήταν η αποκάλυψη του πιο πρόσφατου ταξιδιού μας εκεί. Την παρουσίασε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας τα Ναυτικό Μουσείο Λιτόχωρου, μαζί με τις άλλες παραδοσιακές αξίες, τη μαγευτική πεζοπορία στο φαράγγι του Ενιπέα και την εξερεύνηση της εντυπωσιακής γαστριμαργικής παράδοσης του βουνού των θεών της καλής ζωής.

Σπίτι στα όρια της φαντασίας
«Αυτό που είναι τόσο όμορφο, σε σημείο να ξεπερνά κάθε φαντασία, είναι η χαράδρα όπου ο Ενιπέας κυλάει ορμητικά τα νερά του και η οποία ξανοίγεται πίσω από το Λιτόχωρο. Εδώ ο Ολυμπος είναι βαθιά σχισμένος από τους πρόποδες ως τις κορυφές. Χωρίς υπερβολή, θα έλεγε κανείς ότι το βλέμμα εισδύει ως τα έγκατα του βουνού». Ετσι είδε ο γάλλος αρχαιολόγος και περιηγητής Λεόν Εζέ, αυτός που ανακάλυψε το ανάκτορο του Φιλίππου στη Βεργίνα, το Λιτόχωρο και τη χαράδρα του Ενιπέα. Η μαρτυρία του περιέχεται στο ωραίο λεύκωμα  «Ο Ολυμπος του Boissonnas» του καθηγητή Γιάννη Κυρίτση, που τύπωσε ο τότε Δήμος Λιτοχώρου. «Αυτό το ανέβασμα δεν το χορταίνω ποτέ, κάθε μέρα είναι και μια καινούργια εικόνα» μας λέει ο Γιώργος Παπαμιχαήλ. Την ίδια αίσθηση έχει και ο επισκέπτης καθώς ανεβαίνει τον κεντρικό δρόμο του Λιτόχωρου που καταλήγει στην πλατεία, αναζητώντας αφετηρία για τις εξορμήσεις του στο βουνό. Και όταν τελικά βρει αυτή τη ζεστή γωνιά του - για εμάς η ιδανική ήταν το ξενοδοχείο «Olympus Mediterranean» (τηλ. 23520 81831, www.mediterraneanhotels.gr), ανοίγει το παράθυρο του δωματίου του και αμέσως τον τυλίγει η ατμόσφαιρα της πολιτείας, σαν τον λευκό καπνό που αναθρώσκει από τις καμινάδες. Προς τα πάνω οι κόκκινες στέγες σπρώχνουν τη ματιά του να χωθεί στην κατάφυτη χαράδρα του Ενιπέα και να εκτοξευθεί ως τον Θρόνο του Δία. Προς τα κάτω οι κεραμοσκεπές οδηγούν μαλακά τη ματιά προς τη θάλασσα, προς τα εκεί που ανατέλλει ο βασιλιάς ήλιος, ο οποίος ρίχνει την εξουσία του και πάνω στο βουνό που, όπως είπε ο Μπουασονά, είναι «ένας ολόκληρος κόσμος αντιθέσεων, χρωμάτων, σκιών και φωτός».

Κάπως έτσι κοιτάζει και το Λιτόχωρο, προς τον Ολυμπο και προς το πέλαγος. Και ενώ η πρώτη ματιά είναι παγκοσμίως γνωστή, η δεύτερη είναι σχεδόν άγνωστη. Υπήρχε όμως πάντα, σαν τραγούδι μιας άλλης εποχής: «Βάρκα θέλω ν' αρματώσω με σαράντα δυο κουπιά / και με εξήντα παλικάρια να σε κλέψω μια βραδιά. / Να σε πάρω να σε πάω στου Ολύμπου το βουνό». Οι Λιτοχωρίτες δεν αρμάτωναν απλώς βάρκες, αλλά πλήθος μεγάλα καράβια: «Κινήσαν τα καράβια, τα λιτοχωρνά / κίνησε κι ο καλός μου, να πάει στην ξενιτιά» τραγουδούν ακόμη στα γλέντια. Ολα αυτά τα βλέπεις παραστατικά στο Ναυτικό Μουσείο του Λιτόχωρου, στο οποίο είχε την καλοσύνη να μας πάει ο δήμαρχος Δίου - Ολύμπου Γιώργος Παπαθανασίου και να μας ξεναγήσει ο πρόεδρός του Νίκος Βλαχόπουλος, μια αντιπροσωπευτική ναυτική φυσιογνωμία.

Το τραπέζι χθες και σήμερα
Το φαγητό στο Λιτόχωρο είναι μια ενδιαφέρουσα  ιστορία με παρελθόν και παρόν. Στο παρόν δεσπόζει το γαστροδρόμιο «Εν Ολύμπω» του Ανδρέα Γάβρη που είναι ό,τι πιο προωθημένο και νόστιμο έχει να επιδείξει η περιοχή στη γεύση. Στο τραπέζι σας έρχονται λάχανο σαλάτα με ξινόμηλο, βερίκοκα ξερά, καρύδια, βινεγκρέτ, μηλόξιδο μελιού, και παξιμαδάκια καλαμποκόψωμου, σουπιές με ποικιλία μανιταριών και τραχανά (ελαιόλαδο, κρεμμύδι, λίγο σκόρδο, λευκό κρασί, μαϊντανός, μαύρο πιπέρι, τραχανάς σταρένιος βρασμένος με μελάνι σουπιάς), μπουρανί (ρύζι, ελαιόλαδο, βούτυρο φρέσκο, κρεμμύδι, μανιτάρια διάφορα, τσουκνίδα, γραβιέρα Κρήτης παλαιωμένη, μαϊντανός, πιπέρι λευκό, άρωμα τρούφας), ρεβίθια με μανιτάρια πλευρώτους και μαστίχα Χίου (κρεμμύδι, φρέσκο λεμόνι, κρασί λευκό, άνηθος, πιπέρι λευκό) που συνοδεύονται από μους φέτας, αρνάκι γάλακτος λεμονάτο με αρμπαρόριζα, πλιγούρι, σέλινο και ψημένα αμύγδαλα, τζιγεροσαρμάδες με σάλτσα αρνιού και πίτες. Αυτά και άλλα πολλά συνοδεύονται στην αρχή με «Μυθικό βουνό», ένα λευκό, ξηρό, κρασί (μαλαγουζιά και ασύρτικο) από το Λιτόχωρο.

Μια πιο αντιπροσωπευτική γεύση της γαστριμαργικής παράδοσης της περιοχής παρουσιάζεται στα «Πιθάρια», όπου στη σούβλα γυρίζουν αρνάκι, πανσέτα, κεμπάπ χοιρινό, κοτόπουλο, και τα συντροφεύουν στο τραπέζι κεφαλοτύρι σαγανάκι, πιπεριές τηγανητές, μελιτζάνα ψητή, σκουμπρί, γαλοτύρι, σαλάτα ρόκα, τηγανιά «Πιθάρια», τηγανιά λεμονάτη, ζυγούρι στη γάστρα, κότσι χοιρινό και ο μοναδικός τράγος με μελιτζάνα, ντομάτα και κεφαλοτύρι στο πήλινο.

Ωστόσο, στο τραπέζι των σπιτιών στο Λιτόχωρο εμφανίζονται ακόμη πιο αυθεντικές εκφάνσεις της παράδοσης, όπως η μοναδική πίτα με κρέας τραγιού  -η οποία κόβεται και το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς ως βασιλόπιτα- , πράσα λαδερά, κεφτέδες σε κουρκούτι, ψάρια στον ταβά, σούπα από κότα γεμιστή με συκωτάκια και ρύζι, κρεμμυδοκεφτέδες, σαρδέλες με άγρια χόρτα, μπομπότα με κόκκινο κολοκύθι, καλαμάρια γεμιστά. Σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο μάς ξενάγησαν η Ντίνα Μακρή και ο Βαγγέλης Λιάγκας, οι οποίοι φρόντισαν να έχουμε μια πραγματική γεύση του. Στο τραπέζι της «Οστριας» έφεραν πίτα με κρέας τραγιού, κεφτέδες με κουρκούτι και πράσα λαδερά.

Η «Οστρια» είναι η αντιπρόσωπος της θάλασσας στο Λιτόχωρο, και μετά τα παραδοσιακά φαγητά έφεραν και τα δικά τους, τυροκαυτερή, χταπόδι ψητό, γίγαντες φούρνου, μελιτζάνα τουρσί, σουπιές κρασάτες με άγρια χόρτα και σπανάκι, πεσκανδρίτσα και βατί αχνιστά, φρέσκες γαρίδες σαγανάκι κ.ά. Μια άλλη γωνιά με γεύσεις της θάλασσας, με ειδικότητα στα φημισμένα μύδια της παραλίας της Κατερίνης, είναι η «Εφέσου Γεύσεις» στη Νέα Εφεσο, όπου δοκιμάσαμε τσιπουρομεζέ (σκουμπρί καπνιστό), σπέσιαλ χταπόδι τηγανιά, μελιτζάνα στα κάρβουνα με ντομάτα, σκόρδο και μαϊντανό, μανιτάρια στα κάρβουνα, γαρίδες στο κουρκούτι με σάλτσα γιαουρτιού, σπάρους τηγανητούς, γαρίδες ψητές.

Ο Βαγγέλης Λιάγκας διατηρεί και ανεβάζει το προκλητικό ζαχαροπλαστείο που ξεκίνησε ο παππούς του και παρέλαβε από τον πατέρα του. Φτιάχνει εξαιρετικά την πουτίγκα, η οποία θεωρείται αντιπροσωπευτικό γλυκό της περιοχής, όπως και τη σοκολατίνα και την «μπανάνα» (σφολιάτα με καρύδι ελαφρώς σιροπιασμένο) και πολλά άλλα.

Περπατώντας στη χαράδρα του Ενιπέα
Η κλασική ματιά του Λιτοχώρου προς τα πάνω διατηρεί ατόφια τη σαγήνη της. Ακόμη και στη σχετικά προσιτή χαράδρα του Ενιπέα. Η πεζοπορία από τα Πριόνια (10 χλμ. από την άσφαλτο, στα 1.100 μέτρα) ως το Λιτόχωρο είναι 5 ώρες και δεν είναι πάντα κατηφόρα όπως φαντάζεται ο πεζοπόρος, γιατί ανεβοκατεβαίνει στις όχθες της χαράδρας. Δεν είναι εύκολη αυτή την εποχή ούτε το πρώτο, μικρό κομμάτι της διαδρομής, από τα Πριόνια ως τη βραχοσκεπή όπου ασκήτευσε ο Αγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω και το παλιό μοναστήρι του στην αντίπερα όχθη. Την ημέρα που το κάναμε εμείς το μονοπάτι στην ανήλια όχθη της χαράδρας ήταν τόσο πολύ παγωμένο που ανησύχησε, προφανώς για τη δική μας ασφάλεια, τον πολύ έμπειρο οδηγό μας, τον Πέτρο Μήλιο, πρόεδρο του Ορειβατικού Συλλόγου Κατερίνης. Ευτυχώς, δεν γυρίσαμε πίσω και με πολύ μεγάλη προσοχή κατεβήκαμε αργά στο βάθος της χαράδρας, όπου δεν υπήρχε πάγος και τα πατήματά μας στο έδαφος έγιναν σίγουρα. Τότε μπορέσαμε να στρέψουμε την προσοχή μας στο απίθανο τοπίο, το ορμητικό ποτάμι που περνούσε γρήγορα κάτω από τα ξύλινα γεφύρια, τους βουερούς καταρράκτες και τις πολύχρωμες λίμνες μέσα στις οποίες εκτόνωναν τον οίστρο τους, το στρωμένο με πεσμένα φύλλα μονοπάτι και τα σκαλοπάτια από κορμούς που ελίσσονταν ανάμεσα στα ψηλόλιγνα πεύκα και τις λυγερόκορμες, γυμνές, οξιές. Φτάσαμε σε ένα σημείο όπου η διαδρομή διακλαδώνεται προς το σπήλαιο του Αγίου Διονυσίου (20 λεπτά από εδώ) και προς το κοντινό παλιό μοναστήρι, που είναι μια ολόκληρη ιστορία, συνολικά 1 ώρα υπό κανονικές συνθήκες από τα Πριόνια. Από τη διακλάδωση η βασική διαδρομή συνεχίζει για το Λιτόχωρο (4 ώρες).

Στο βουνό οι συντροφιές δένουν, ειδικά όταν υπάρχουν δυσκολίες και η αλληλοβοήθεια είναι απαραίτητη. Δεν θα περνούσαμε πολλά σημεία του παγωμένου μονοπατιού αν δεν κρατούσε ο ένας τον άλλον. Ωστόσο ακόμη πιο πολύ δένουν οι συντροφιές γύρω από το τραπέζι στο τέλος της διαδρομής. Και η ατμόσφαιρα που έχει δημιουργήσει ο Δημήτρης Κυρίτσης στο «2.917»  -το ύψος του Μύτικα-, στα Πριόνια, είναι όντως ορειβατικού καταφυγίου. Και τα φαγητά είναι του βουνού: εξαιρετική γίδα βραστή και απίθανη φασολάδα, και μαζί φέτα ψητή, ελιές, σαλάτες, χόρτα.




tovima

Αποκριά: Με τους «Μέριου» του Σοχού

Ένα ακόμη ζωντανό, παραδοσιακό δρώμενο με κουδουνοφόρους μπλέκει την παλιά θρησκεία με τη νέα σε ένα ξεφάντωμα που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά

Αποκριά: Με τους «Μέριου» του Σοχού


Ενα τυχαίο ζάπινγκ στο εξαιρετικό αφιέρωμα της εκπομπής «Αληθινά σενάρια» του Νίκου Ασλανίδη στην ΕΤ3 για τους κουδουνοφόρους «Μέριου» του Σοχού με έκανε να κλείσω αμέσως αεροπορικό εισιτήριο για Θεσσαλονίκη. Ο Σοχός, που απέχει από τη συμπρωτεύουσα περίπου 56 χλμ., πέρα από τα τοπικά προϊόντα (ανάμεσά τους το διάσημο κασέρι), είναι γνωστός για το δρώμενο των κουδουνοφόρων «Μέριου», όπως τους λένε οι Σοχινοί στην τοπική διάλεκτο, οι οποίοι μάλιστα συμμετείχαν στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Στο αεροδρόμιο ο Χρήστος Καρακούτας ήρθε να με παραλάβει με το ταξί του φορώντας το καπέλο της «παππουδίστικης» παραδοσιακής φορεσιάς. Αν και νέος, ίσως να είναι και ο πιο φανατικός «Μέριου» που συνάντησα στον Σοχό. Ο Χρήστος ανέλαβε να με κατατοπίσει: «Εμείς από τους παππούδες μας βρήκαμε το έθιμο. Εκείνοι λέγανε ότι είναι διονυσιακό δρώμενο. Ακόμα, ότι και ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ντύσει τους στρατιώτες με προβιές από κατσίκια και με κουδούνια όταν ήταν αντιμέτωπος με τους ελέφαντες, οι οποίοι από την οχλαγωγία των κουδουνιών τράπηκαν σε φυγή. Οταν ήρθε κάποτε εδώ ο Αγιος Θεόδωρος, για να μην τον βρουν οι αλλόθρησκοι, τον ντύσανε με προβιές και κουδούνια όπως τα ζώα και πέρασε μέσα στο κοπάδι σαν τραγί και σώθηκε, γι' αυτό και του Αγίου Θεοδώρου βάζουμε κουδούνια. Βέβαια κάποιοι τον υποστηρίζουν αυτόν τον θρύλο, άλλοι λένε ότι πήγε να γίνει ένα δέσιμο με τον χριστιανισμό και βγήκε και αυτό το "μασάλι" (ψέμα). Γι' αυτό και κεντάνε στο καλπάκι τον σταυρό»...

«Μέριου» και καρναβαλιστές
Καθ' οδόν προς την κεντρική πλατεία έχει στηθεί ένα μεγάλο πανηγύρι. Πρώτα και καλύτερα τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια του Λούνα Παρκ και τα αγαπημένα καραβάκια. Πάγκοι μικροπωλητών με διάφορα διακοσμητικά, παιχνίδια, ακόμη και κουδούνια έχουν στηθεί κατά μήκος του δρόμου που σε λίγο ανηφορίζει για να δώσει σειρά στις υπαίθριες ψησταριές. Σύννεφα τσίκνας σηκώνονται ενώ οι καρναβαλιστές τρωγοπίνουν και χορεύουν. Ο αντιδήμαρχος Αποστόλης Μισχόπουλος, ως μέλος της οργανωτικής επιτροπής, τρέχει συνεχώς πάνω-κάτω ώστε να γίνουν οι εκδηλώσεις συντονισμένα: χορωδίες, χορευτικά συγκροτήματα, ορχήστρες, δρώμενα από φιλοξενούμενες ομάδες άλλων πόλεων, καθώς και η παρωδία του σοχινού γάμου με το γαμήλιο γλέντι όπου θα μοιραστεί στον κόσμο γίδα βραστή, κρασί και διάφορα εδέσματα, θα τελεστούν το τελευταίο Σάββατο και την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Την Καθαρά Δευτέρα είναι η μεγάλη παρέλαση των κουδουνοφόρων ενώ θα μοιραστούν στους επισκέπτες πίτες με σκληρό χαλβά και παραδοσιακή φασολάδα. «Το έθιμο το βρήκα από τον πατέρα μου, είμαι σόχαλης, και προσπαθώ να το ακολουθώ. Εχω δύο παιδιά που ντύνονται καρναβάλια. Τα παλιά τα χρόνια μοιραζόμασταν τις στολές και τα κουδούνια που κρατούν από τον παππού μου. Φέτος ευελπιστώ να βρω χρόνο να ντυθώ γιατί το συναίσθημα είναι υπέροχο να κερνάς τους φίλους σου, να γλεντάς με τις παρέες και να κάνεις βόλτες μέσα στο χωριό. Θυμάμαι περιπτώσεις όπου είχε πολλή βροχή ή χιόνι αλλά αυτό δεν μας σταμάτησε ποτέ. Προσκαλούμε όλο τον κόσμο να συμμετέχει στις εκδηλώσεις σε ένα δρώμενο με ιστορία αιώνων».   

«Αν δεν γίνουν καλά καρναβάλια, δεν γίνονται τα καλαμπόκια» Εντεκα χρόνια τώρα η Λαογραφική Ομάδα Γυναικών, μια παρέα από τριάντα φίλες, αναβιώνει έθιμα που είχαν ατονήσει και συμμετέχει στις εκδηλώσεις ως ανάγκη έκφρασης. Η κυρία Χρυσή Νόικου μάς είπε: «Από το 2004 και κάθε χρόνο αναλαμβάνουμε σε κάποιον χώρο που μας παραχωρείται την περίοδο της Αποκριάς να αποτυπώσουμε εικόνες των λαογραφικών μας εθίμων, όπως εφέτος το ξεσπύρισμα του καλαμποκιού, μία από τις κυριότερες ασχολίες, αφού από παλιά το καλαμπόκι ήταν πολύ σημαντικό για την οικονομία του χωριού. "Αν δεν γίνουν καλά καρναβάλια, δεν γίνονται τα καλαμπόκια" έλεγαν οι παππούδες θέλοντας να τονίσουν τη σύνδεση των δρώμενων με τη γονιμότητα της γης». Μεγάλη ήταν η συμβολή της ομάδας στο Τοπικό Μουσείο Σοχού, που άνοιξε τον Νοέμβριο του 2010. Στον πρώην σουσαμόμυλο προσφέρθηκαν τα συγκεντρωμένα αντικείμενα που βρέθηκαν πεταμένα σε ρέματα από τις κυρίες, ενώ οι ίδιες ανέλαβαν να συγκεντρώσουν πληθώρα δωρεών από Σοχινούς.     

Στο εργαστήριο με τα καλπάκια
Το εργαστήριο του Γιώργου Γρούσκου είναι η χαρά των χρωμάτων! Αποκριάτικες και παραδοσιακές στολές, χρωματιστά υφάσματα, σάλπες πλεχτές από τη γιαγιά Φανή, κόλλες γκοφρέ, τρέσες, κλωστές, ένας μαγικός κόσμος! Ο κ. Γιώργος ανέλαβε το ραφτάδικο του πεθερού που έφτιαχνε καλπάκια και έτσι έμαθε τη τέχνη. Σήμερα συνεχίζει ο γιος του Ακης: «Εκείνα τα χρόνια ήταν δυο-τρία εργαστήρια που ασχολούνταν με το έθιμο, τώρα υπάρχει μόνο το δικό μας. Εφυγαν οι παλιοί και δεν ασχολήθηκαν κάποιοι από τις οικογένειες», και μας εξηγεί: «Για να γίνει ένα καλπάκι θέλει αρκετό χρόνο. Πρώτα κεντιέται το ύφασμα στη μηχανή με διάφορα σχέδια και χρώματα για να έχει ο κόσμος καλή σοδιά. Καθετί πάνω στο καλπάκι, συμβολίζει κάτι από την παράδοση του τόπου. Βέβαια όσοι το βλέπουν εντυπωσιάζονται πολύ από τις πολύχρωμες γκοφρέ κόλλες, τις κορδέλες, την ουρά της αλεπούς και τα μακριά μουστάκια από τρίχα αλόγου».  

Η παραδοσιακή στολή «Μέριου»
«Πρώτα φοράω το φανέλο με τα μανικέτια, όπως ονομάζονται οι πλεκτές μπορντούρες των μανικιών» εξηγεί ο Αποστόλης Βουλγαρίδης. «Στη συνέχεια το πουκάμισο που διπλώνουμε στους αγκώνες για να φαίνονται τα μανικέτια. Μετά φοράω τα δέρματα: παντελόνι και σακάκι χωρίς μανίκια από δέρμα τράγου με μακριά τρίχα. Χρειάζονται 12 τομάρια ζώων για να γίνουν. Μετά βάζω τα δερμάτινα τσαρούχια με μάλλινες κάλτσες». Στη συνέχεια με τη βοήθεια του πατέρα του ο Αποστόλης θα φορέσει τα κουδούνια που είναι δεμένα στο σχοινί. Αφού δεθούν σφιχτά, τα στερεώνουν με το υφαντό ζωνάρι μήκους 6,5 μέτρων. Μετά φοράει την κόκκινη πλεχτή στο «τσιγγελάκι» (βελονάκι) σάλπα και τέλος το καλπάκι. Τότε ο κ. Θανάσης θα τραγουδήσει ένα τραγούδι για να χορέψει ο Μέριου, ενώ φεύγοντας θα ρίξει στον δρόμο ένα κανάτι νερό για το καλό. «Ο Μέριου κρατάει τσίπουρο και κερνάει φίλους και γνωστούς» μας λέει ο Αποστόλης. «Κρατάει επίσης μια γκλίτσα ή σπαθί αληθινό που συμβολίζει τους πολεμιστές του Αγίου Θεοδώρου».

Στον «Ξενώνα Ρόιδα»
Λίγο πριν από το κέντρο του Σοχού η μισοκρυμμένη καγκελόπορτα οδηγεί σε έναν όμορφο κήπο με μια πισίνα στο κέντρο. Εκεί βρίσκεται και η κεντρική πόρτα της εισόδου του «Ξενώνα Ρόιδα» (τηλ.: 23950 23026, 6978070342, www.roidasohos.gr), του μοναδικού της περιοχής, που ανέλαβε το 2006 η οικογένεια Μαργαρίτη. Με πολύ μεράκι ο μαθηματικός κ. Τριαντάφυλλος φροντίζει το μαντρί με 100 κατσίκια, ενώ η σύζυγος μαγειρεύει παραδοσιακές νοστιμιές για τους φιλοξενουμένους των δέκα δωματίων του ξενώνα. Η Ρόιδα και ο Κωνσταντίνος - τα παιδιά - έχουν αναλάβει τη διεύθυνση. «Εχουμε δικά μας αμπέλια και βγάζουμε κρασί κόκκινο μερλό και καμπερνέ, λευκό και τσίπουρο διπλοβρασμένο» μου εξηγεί ο Κωνσταντίνος. «Σερβίρουμε το δικό μας κρέας, φτιάχνουμε τυρί κατσικίσιο και γιαούρτι. Εχουμε επίσης κότες για φρέσκα αβγά ενώ πρόσφατα αγοράσαμε και χοίρους. Η μαμά κάνει και παραδοσιακά γλυκά: καρυδάκι από τις καρυδιές μας, κυδώνι και βύσσινο».

Ο τελευταίος τσαρουχοποιός των «Μέριου»
Τελευταίος από τους παλιούς μάστορες ο κ. Κώστας Τσολάκης ξεκίνησε με τη ραφή των κοστουμιών του Καρναβαλιού και τα τσαρούχια. «Πρώτα ο καθένας έπαιρνε τα δέρματα, τα επεξεργαζόταν στο σπίτι και με τη σακοράφα τα έραβαν στο χέρι» θα μας πει ο γιος του Ζαχαρίας που τον διαδέχεται στην τέχνη. «Αργότερα προέκυψε η ανάγκη του ράφτη, οπότε ξεκίνησε και η δουλειά. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τα τσαρούχια. Παλιά έπαιρναν το δέρμα από αγριογούρουνα και τα έραβαν στο χέρι. Τώρα γίνονται από μοσχάρι. Ο πατέρας μου δουλεύει από 12 χρονών παιδί - τώρα είναι 78 χρονών. Το Καρναβάλι είναι μέρος της ζωής μας. Από παιδί ντυνόμουνα καρναβάλι, όπως και ο πατέρας μου και ο παππούς μου. Νοίκιαζε ο πατέρας μου τα κουδούνια για 10 μέρες γιατί ήταν ακριβά, ενώ στολές είχαμε λόγω επαγγέλματος».

Πορτοκάλια για την «Καλή Αποκριά»
Ο παλιός κινηματογράφος της δεκαετίας του 1970 μεταμορφώθηκε σε καφετέρια τη δεκαετία του 1990, ενώ τα τελευταία έξι χρόνια ο Βαγγέλης Νόικος λειτουργεί την ταβέρνα «Αρχοντικό». Βρήκαμε τη μαγείρισσα μαμά Πελαγία να ψήνει το παραδοσιακό αποκριάτικο γλυκό κουταλιού πορτοκάλι, με αναλογία για κάθε 2 κιλά - 2 κιλά ζάχαρη. «Την περίοδο της Αποκριάς ο κόσμος τρώει πολλά κρέατα» μας είπε. «Σπεσιαλιτέ μας το γκιούλμπασι με τριών ειδών κρέατα - αρνάκι, μοσχάρι και χοιρινό -, με λαχανικά, πιπεριές και κρεμμυδάκι στο πήλινο, το χοιρινό κότσι ψητό στο φούρνο και το περίφημο κυνήγι αγριογούρουνο στιφάδο». Την Καθαρά Δευτέρα το τραπέζι του εστιατορίου γεμίζει εκλεκτά θαλασσινά: σουπιές με κρεμμυδάκι, καλαμάρια γεμιστά, μυδοπίλαφο, χταποδάκι, μύδια αχνιστά, αν και αρκετοί επιμένουν στο κρέας: «Χρησιμοποιούμε εκλεκτά κρέατα Σοχού», μας λέει ο Βαγγέλης, «όπως επίσης ντόπια τυριά, κρασιά και τσίπουρα». Ο Σοχός φημίζεται επίσης για τις πίτες: τυρόπιτα και γλυκιά ρυζόπιτα που συνοδεύεται από σκληρό χαλβά και πορτοκάλια, που προσφέρουν στους μεγαλύτερους και, αφού φιλήσουν το χέρι για να συγχωρεθούν, εύχονται «Καλή Αποκριά».

«Το κουδούνι είναι λατρεία. Αν το 'χεις μέσα σου σε απορροφά»
Περπατάμε στον Σοχό και ο Χρήστος κλείνει τη διήγησή του:

«Το έθιμο δεν σταμάτησε ποτέ. Ούτε με τους Τούρκους. Απλά δεν πηγαίνανε τα καρναβάλια στα τούρκικα καφενεία. Εχει μείνει στην ιστορία ότι μπήκανε δυο καρναβάλια και κάνανε ένα τραγούδι. Τα καρναβάλια συνέχεια τραγουδάνε και χορεύουνε σε συγκεκριμένες κινήσεις με μετρημένα βήματα με τραγούδια κυρίως ερωτικά. Το κουδούνι είναι λατρεία, αν το 'χεις μέσα σου σε απορροφά. Θέλει πολλή μελέτη γιατί κάθε κουδούνι έχει τον ήχο του, τη νότα του. Τα κουδούνια είναι μια ντουζίνα: 24ρι 22ρι, 20ρι και 18ρι, ενώ η πίσω κουδούνα είναι το μπατάλι. Εχουν βάρος συνολικά γύρω στα 12-15 κιλά μαζί με τα λουριά. Παλιά επειδή δεν μπορούσαν να βρουν κουδούνια, έπρεπε να πάνε στην Παραμυθιά στα Γιάννενα (εκείνα έχουν πάνω φιγούρα την Παναγίτσα με τον Χριστό) ή στη Τουρκία (μισοφέγγαρο) και στη Βουλγαρία (σταφύλι). Ολη η ουσία είναι να έχεις μια ταιριασμένη ντουζίνα ώστε μαζί με το μπατάλι να σου δώσουν μια μελωδία, αλλιώς δεν το χαίρεσαι. Οι γυναίκες φορούν ντουζίνα 22ρα και τα παιδιά 14ρα».

Ευχαριστούμε τον δήμαρχο Λαγκαδά Ιωάννη Αναστασιάδη, τον πρόεδρο της ΔΗ.Κ.Ε.Λ. Γιώργο Σεπιάδη και τον Αποστόλη Μισχόπουλο, αντιδήμαρχο Περιβάλλοντος, Πολιτικής Προστασίας και Πρασίνου, για τη βοήθεια και τη φιλοξενία.




tovima.

17.2.13

Κατμαντού: Επίθεση στις αισθήσεις

Στη σκιά των τρομερών βουνών, ένας μύθος αρχίζει να πολιορκεί απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα τον ταξιδιώτη, ο οποίος χάνεται σε έναν κόσμο που συμβιώνουν οι ορειβάτες με τους γιόγκι, οι ναοί-παγόδες με τα καινούργια ξενοδοχεία, ο παραδοσιακός με τον σύγχρονο τρόπο ζωής


Κατμαντού: Επίθεση στις αισθήσεις


«Είμαι μια ευτυχισμένη γυναίκα!» αναφώνησε η Καίτη. Βρισκόμαστε περίπου 25 χρόνια πριν - στο πρώτο μου ταξίδι στο Νεπάλ μαζί με τη Γεωργία και την Καίτη. Είναι Αύγουστος και κάθε τόσο οι αναμενόμενες νεροποντές μαστιγώνουν τα θολά τζάμια του πούλμαν που μας ξεναγεί στο Κατμαντού. Είναι το πρώτο μας ταξίδι στην Ασία και οι εικόνες πρωτόγνωρες. Αντρες και γυναίκες με παραδοσιακές φορεσιές και περίεργα κοσμήματα, κτίρια και ναοί-παγόδες ξεχωριστής αρχιτεκτονικής με περίτεχνα ξυλόγλυπτα, στενά δρομάκια και μεγάλες ψάθες με απλωμένα κατακόκκινα καυτερά τσίλι. Μου έμεινε αυτή η φράση, γιατί όλοι στην εκδρομή έτσι αισθανόμασταν. Ηταν τόσο έντονα τα συναισθήματα που όσο και να είχες τεντωμένες τις αισθήσεις δεν προλάβαινες να αποτυπώνεις και να χορταίνεις εικόνες όπως εκείνο το ηλιοβασίλεμα με φόντο τα Ιμαλάια όπου οι χιονισμένες κορφές άλλαζαν χρώματα περνώντας από το χρυσό και το ροδί στο μοβ. Στα επόμενα χρόνια είχα την τύχη να επισκεφθώ το Νεπάλ πολλές φορές. Κάθε φορά έβλεπα κάτι παραπάνω: κάποιους ναούς, μια χορευτική παράσταση, μια μεγάλη γιορτή, μια τελετή, ένα καινούργιο εστιατόριο. Αγόραζα ενθυμήματα: ένα μεταξωτό χαλάκι, μια πασμίνα, ένα θιβετιανό «θάνγκα», ένα περίτεχνο εργόχειρο, ένα τοπάζι, τσάγια για τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Επεσα πάνω στη μεγάλη απεργία του συνδικάτου των συγκοινωνιών και μας μετέφεραν στο αεροδρόμιο με στρατιωτικό καμιόνι και οπλοφόρους. Οσες εικόνες όμως και αν συγκέντρωσα, δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνες τις πρώτες, μέσα από τα θολά τζάμια του λεωφορείου. Γιατί τότε ένιωσα για πρώτη φορά την ευτυχία του ταξιδιού...  

Μια πόλη μυθικήΗ πρώτη εικόνα για τους περισσότερους ταξιδιώτες στο αεροδρόμιο είναι εικόνα πανζουρλισμού! Κόσμος πολύς: τουρίστες και ορειβάτες από όλον τον κόσμο, κάποιοι με προορισμό τα κρατίδια των Ιμαλαΐων και ορμητήριο το Νεπάλ, βαλίτσες και μπαγκάζια εδώ και εκεί, ενώ μόλις βγαίνεις έξω μια άσχημη μυρωδιά σκόρδου να σου προξενεί ζάλη. Οταν αργότερα θα χαλαρώσεις και το βλέμμα σου θα πλανηθεί στα τρομερά βουνά, τότε θα αρχίσεις σιγά-σιγά να καταλαβαίνεις τον μύθο. Το Κατμαντού που έγινε τραγούδι και αγαπήθηκε από τα «παιδιά των λουλουδιών» των δεκαετιών του '60 και του '70 από τη μία διαθέτει μεγάλες λεωφόρους και υπερπολυτελή ξενοδοχεία και από την άλλη η καθημερινότητα για τους κατοίκους φαίνεται ότι δεν έχει αλλάξει εδώ και πολλές δεκαετίες. Στα στενά ψηλά δρομάκια δίπλα στους ναούς-παγόδες με τα ξυλόγλυπτα παράθυρα των βασιλέων Μάλα, μαζί με τους γιόγκι και τους πιστούς που προσεύχονται και θυσιάζουν ζώα, συνωστίζονται οι μικροπωλητές με τα φρούτα και τα λαχανικά, τα καταστήματα με τα τουριστικά σουβενίρ στις ανοιχτές πλατείες, τα κομψά εστιατόρια που συνδυάζουν παράδοση και ευρωπαϊκές ανέσεις, πιστά στο τουριστικό πνεύμα.    

Η Αυτοκρατορική Πλατεία και το Παλάτι
Η Χάνουμαν-Ντόκα Ντάρμπαρ, όπως είναι το πλήρες όνομα της πλατείας, πήρε το όνομά της από το άγαλμα του θεού-πιθήκου Χάνουμαν που βρίσκεται στην είσοδο του βασιλικού παλατιού και τοποθέτησε ο βασιλιάς Πράταπ Μάλα το 1672 μ.Χ. Η εννεαώροφη βασιλική κατοικία χτίστηκε από τον βασιλιά Πρίθβι Νάραγιαν Σαχ το 1770. Στην πλατεία αυτή γίνονταν οι ενθρονίσεις των βασιλέων της δυναστείας Μάλα, ενώ το Παλάτι εγκαταλείφθηκε από βασιλική κατοικία στις αρχές του 20ού αιώνα. Γύρω από την πλατεία συγκεντρώνονται ναοί και ιερά - ινδουιστικά και βουδιστικά - χτισμένα μεταξύ του 12ου και του 18ου αιώνα. Στην ανατολική πλευρά του παλατιού ξεχωρίζει ένα λευκό ευρωπαϊκής νεοκλασικής αρχιτεκτονικής κτίσμα. Πρόκειται για τμήμα του Παλατιού που κατασκευάστηκε από τον Τσάντρα Σαμσέρ το 1908, επί βασιλείας Πρίθβι Μπιρ Μπίκραμ Σαχ. Ολόκληρη η πλατεία Ντάρμπαρ, που στα νεπαλέζικα σημαίνει παλάτι, με το συγκρότημα των ναών, συμπεριελήφθη το 1979 στη λίστα με τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. 
Η ζωντανή θεά Κουμάρι
Ανάμεσα στους μύθους που ξεχωρίζουν για τη ζωντανή θεά Κουμάρι κάποιος μιλάει για έναν βασιλιά Μάλα που κάθε νύχτα έπαιζε τυχερά παιχνίδια με τη θεά Ταλετζού. Η θεά ερχόταν κάθε βράδυ και λίγο προτού ξημερώσει έφευγε ώστε ο βασιλιάς να μη δει το πρόσωπό της. Εκείνος όμως την ξεγέλασε βάζοντας κουρτίνες στα παράθυρα και εκείνη θύμωσε απειλώντας να άρει την προστασία της από την πόλη. Στα παρακάλια του βασιλιά υποσχέθηκε να φέρει ένα μικρό κορίτσι, την Κουμάρι, που θα είναι η ζωντανή παρουσία της στην πόλη και θα την προστατεύει. Η Κουμάρι επιλέγεται από τους ιερείς ανάμεσα σε μικρά κορίτσια τεσσάρων-πέντε χρόνων που κατ' αρχάς πρέπει να διαθέτουν 32 ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια αφήνουν τα παιδιά σε ένα σκοτεινό δωμάτιο όπου εμφανίζονται μορφές με τρομερές μάσκες βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Το παιδί που θα δείξει τη μεγαλύτερη γενναιότητα επιλέγεται για θεά Κουμάρι. Η θητεία της θεάς διαρκεί ώσπου να τρέξει αίμα από το σώμα της είτε από χτύπημα είτε γυναικολογικά. Στη συνέχεια αντικαθίσταται από την επόμενη Κουμάρι και η οικογένεια παίρνει ένα ποσό ως σύνταξη ή προίκα, αν και κανείς δεν θέλει να παντρευτεί μια πρώην θεά γιατί λένε ότι φέρνει κακοτυχία. Βασική υποχρέωση μιας Κουμάρι είναι η συμμετοχή της στις τελετές και στα φεστιβάλ. Η Κουμάρι ζει με την οικογένειά της στο τριώροφο ανάκτορο από κόκκινα τούβλα και ξυλόγλυπτα παράθυρα της πλατείας Ντάρμπαρ που ανάγεται στον 18ο αιώνα. Οι τουρίστες συγκεντρώνονται στην αυλή του ανακτόρου και φωνάζουν δυνατά «Κουμάρι» ώστε να εμφανιστεί η θεά στο παράθυρο για λίγα δευτερόλεπτα. Οι φωτογραφίες απαγορεύονται, ενώ για την εμφάνιση της θεάς αφήνουν σε ένα κουτί την προσφορά τους.    

Ο ναός Κασταμαντάπ
Ο ογκώδης και ανοιχτός ναός που οι ντόπιοι αποκαλούν Μάρου Σατάλ λέγεται ότι κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα από ένα και μόνο δένδρο. Αποτελείται από τρία πατώματα σε στυλ παγόδας και είναι αφιερωμένος στον θεό Γκόρακναθ, ενώ υπάρχουν αγάλματα του θεού-ελέφαντα Γκανέσα στα τέσσερα σημεία της βάσης του ισογείου. Από το «σπίτι του ξύλου» λέγεται ότι πήρε το όνομά του το  Κατμαντού. Αρχικά ήταν χώρος συγκέντρωσης της κοινότητας πριν από τις σημαντικές τελετές, ενώ αργότερα αφιερώθηκε στον θεό Γκόρακναθ. Στον ναό υπάρχουν επίσης ιερά πολλών θεοτήτων, ενώ κάθε τόσο θα δείτε και κάποιον πιστό να φέρνει αφιερώματα φρούτα και ρύζι. Την είσοδο του ναού προστατεύουν δύο μπρούντζινα λιοντάρια και είναι επίσης στέκι των αχθοφόρων που περιμένουν πελάτες.  

Η τρομερή πέτρινη πλάκα του Κάλα Μπάιραμπ της Κατμαντού
Ο θεός Σίβα με την ιδιότητα του «εκδικητή» στο Νεπάλ ονομάζεται Μπάιραμπ. Υπάρχουν 64 διαφορετικές απεικονίσεις του θεού Μπάιραμπ. Στις περισσότερες ο θεός εμφανίζεται μαύρος (κάλα), με πολλά χέρια που κραδαίνουν απειλητικά τσεκούρια και μαχαίρια, με ζώνη και διάδημα από ανθρώπινα κρανία, πίνοντας αίμα με κούπα από κρανίο και ποδοπατώντας κάποιον που ζούσε αδικώντας τους άλλους. Ο θρύλος λέει ότι ο βασιλιάς της Κατμαντού Πράταπ Μάλα (1641-1674) ανακάλυψε σε ένα χωράφι μια τεράστια πέτρινη πλάκα που είχε σκαλισμένη την τρομερή μορφή του Κάλα Μπάιραμπ και την τοποθέτησε πίσω από τον ναό Τζάγκαναθ στην πλατεία Ντάρμπαρ. Η μορφή του θεού αρχικά σκαλίστηκε σε ένα μεγάλο κομμάτι πέτρας και στην πάροδο των ετών κάποια κομμάτια της επιδιορθώθηκαν. Η πέτρινη αυτή πλάκα προκαλεί μεγάλο δέος στους πιστούς που τρέμουν την οργή της φοβερής μορφής του θεού. Εντονη δυσοσμία την περιβάλλει από το αίμα των ζώων που σφάζονται ως προσφορές-τάματα στα πόδια του θεού (αφού ο θεός μόνο με το αίμα ικανοποιείται) και από τα ζώα που είναι δεμένα στον γειτονικό διπλανό ναό ώσπου να έρθει η κατάλληλη στιγμή της θυσίας. Η στιγμή αυτή καθορίζεται από το ίδιο το ζώο, του οποίου κάποιες κινήσεις και φωνές ερμηνεύονται ως σημάδια ότι έφθασε η ώρα της σφαγής του. Λέγεται ότι όποιος πει ψέματα μπροστά σε αυτή την πέτρα βρίσκει ακαριαίο θάνατο και γι' αυτό πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε σαν «τεστ» αληθείας από το δικαστήριο. Φέρνοντας τον κατηγορούμενο μπροστά στην τρομερή μορφή του θεού, δεν θα μπορούσε παρά να ομολογήσει αμέσως την αλήθεια, τρέμοντας την εκδίκηση του Κάλα Μπάιραμπ.  

Η διάσημη «Φρικ Στριτ»
Ενας κάθετος δρόμος στην πλατεία Μπασανταπούρ - γειτονική της Ντάρμπαρ - είναι η περίφημη οδός Φρικ. Η οδός των «φρικιών» θα λέγαμε σήμερα, που για τους Νεπαλέζους αυτή η έκφραση είναι και η καταλληλότερη. Πρόκειται για τον δημοφιλή στους ξένους τουρίστες δρόμο όπου αρχικά σύχναζαν οι χίπηδες της δεκαετίας του '60 και του '70. Τα παιδιά των λουλουδιών με τα παράξενα χρωματιστά ντυσίματα έφτασαν στο Νεπάλ για να βρουν τη νιρβάνα μέσα από τα σύννεφα της μαριχουάνας που η χώρα παράγει. Νοίκιασαν δωμάτια σε αυτόν τον δρόμο - αρκετοί κρατώντας το στυλ τους ζουν εδώ μέχρι σήμερα - και έγινε το στέκι τους. Σήμερα η Φρικ Στριτ είναι γεμάτη πανσιόν, μικρά εστιατόρια, καθώς και πολλά τουριστικά καταστήματα με σουβενίρ, ενώ οι κακές γλώσσες λένε ότι εδώ έρχονται όσοι τουρίστες αναζητούν τεχνητούς παραδείσους.

Τζάγκαναθ, ο ναός με τα ερωτικά ξυλόγλυπτα
Το αρχαιότερο κτίσμα του συγκροτήματος είναι διάσημο για τα ξύλινα ερωτικά γλυπτά που στολίζουν τις δοκούς στήριξης της οροφής του διώροφου ναού. Η διακόσμηση των ναών με ερωτικές φιγούρες για τους ινδουιστές ήταν πολύ συνηθισμένη καθώς πιστεύεται ότι η ένωση του αρσενικού με το θηλυκό δημιουργεί ενέργεια που προστατεύει το κτίριο από τους κεραυνούς και τις πυρκαγιές. Μέσα στον ναό υπάρχει η εικόνα του θεού Τζάγκαναθ που χρονολογείται από το 1563, κατά τη βασιλεία του Μαχέντρα Μάλα.


INFO:

πρόσβαση
Ανάλογα με τις ημερομηνίες που θα κάνετε την κράτησή σας, τις καλύτερες τιμές αυτή την περίοδο θα βρείτε στις αεροπορικές εταιρείες Etihad Airways, που πετάει για Κατμαντού μέσω Αμπου Ντάμπι, και Qatar Airways, που πετάει μέσω Ντόχα. Για τις μετακινήσεις σας μέσα στην πόλη, χρησιμοποιήστε ταξί που είναι πάμφθηνο (αρκεί να κάνετε συμφωνία εκ των προτέρων) ή ρίκσο (το δημοφιλές τρίκυκλο).

διαμονή
Το «Crowne Plaza Kathmandu-Soaltee» ανήκει στη σειρά των ξενοδοχείων Intercontinental και πρόκειται για ένα μεγάλο συγκρότημα, από τα πολυτελέστερα της Κατμαντού, που απέχει όμως περίπου μισή ώρα από το κέντρο της πόλης. Με όμορφους κήπους 12 εκταρίων, θέα από τα πολυτελή δωμάτια στα Ιμαλάια, καζίνο, εστιατόρια που εκπροσωπούν - πάντοτε με ανάλογη διακόσμηση - τη νεπαλέζικη, τη μογγόλικη, τη διεθνή, τη γαλλική και την ιταλική κουζίνα. Εξίσου δημοφιλές και πολυτελές είναι το ξενοδοχείο «Everest» (www.theeveresthotel.com). Με ανακαινισμένα δωμάτια και θέα στα Ιμαλάια, εκτός των άλλων διαθέτει καζίνο και πουλμανάκι για τη μεταφορά σας στο κέντρο. Στην τουριστική συνοικία Ταμέλ κοντά στο Βασιλικό Παλάτι βρίσκεται το κεντρικό και οικονομικό ξενοδοχείο «Malla» (Lekhnath Marg, τηλ. +977 1 4418385, 4410320, 4410966).

φαγητό
Στην Κατμαντού, όπως και σε όλο το Νεπάλ, το πιο αγαπημένο φαγητό είναι το «νταλ μπατ ταρκάρι». Πρόκειται για πηχτή σούπα φακής, βραστό λευκό ρύζι και δύο είδη κάρι, με κρέας ή χωρίς, και σερβίρεται σε ξεχωριστά μπολάκια στον μεγάλο, συνήθως μεταλλικό δίσκο, με πίκλες και λεπτές πίτες. Η νεπαλέζικη κουζίνα έχει πολλές επιρροές από το Θιβέτ εξαιτίας των προσφύγων που έχουν καταφύγει εδώ, οπότε θα δοκιμάσετε και θιβετιανά φαγητά, όπως τα γεμιστά ζυμαρικά «μόμος». Μπριζόλες από κρέας βούβαλου (και εδώ η αγελάδα είναι ιερή), ή κοτόπουλο επίσης καυτερό, αλλά και αρνί με πολλά μπαχαρικά και γιαούρτι. Δοκιμάστε επίσης τις νεπαλέζικες μπίρες San Miguel, Star και Tiger, τα τοπικά ποτά ράκσι και άρακ (από πατάτα), το θιβετιανό τόνγκμπα αλλά και το γευστικό τσάι νταρζίλινγκ με γάλα και πολλή ζάχαρη. Τα εστιατόρια είναι πάρα πολλά και καλύπτουν σχεδόν όλες τις κουζίνες του κόσμου. Το «Bhojan Griha» (Dillibazar) στεγάζεται σε ένα αρχοντικό νεπαλέζικης αρχιτεκτονικής 150 ετών και σερβίρει παραδοσιακή νεπαλέζικη κουζίνα. Στο παλιό αρχοντικό επίσης Ράνα Πάλλας στεγάζεται το «Nepali Chulo» (Durbar Marg) που σερβίρει φιξ μενού 11 πιάτων νεπαλέζικης κουζίνας. Το «Dechenling» (Thamel) προσφέρει εκτός από κλασική νεπαλέζικη, κινέζικη, διεθνή, ινδική, αλλά και θιβετιανή και μπουτανέζικη κουζίνα σε όμορφο περιβάλλον.  



tovima